Δεν ζηλεύεις τον άλλον, ζηλεύεις ό,τι στερείς εσύ από εσένα!
- Michael Batakis
- 16 Αυγ
- διαβάστηκε 5 λεπτά
Η φράση «δεν ζηλεύεις τον άλλον, ζηλεύεις αυτό που στερείς από τον εαυτό σου» μπορεί να ακούγεται απόλυτη, όμως συχνά περιγράφει μια πολύ ανθρώπινη εμπειρία. Βλέπεις κάποιον να αλλάζει δουλειά, να ταξιδεύει, να έχει μια σχέση που φαίνεται ήρεμη ή να θέτει όρια χωρίς ενοχή, και κάτι μέσα σου σφίγγεται. Ο σκοπός αυτού του άρθρου δεν είναι να σε κάνει να νιώσεις άσχημα για τη ζήλια σου. Είναι να σε βοηθήσει να τη διαβάσεις με μεγαλύτερη ακρίβεια. Θα δεις πότε η ζήλια μπορεί να λειτουργεί ως ένδειξη ανεκπλήρωτης ανάγκης, πότε παραμορφώνεται από τη σύγκριση και πώς μπορείς να τη μετατρέψεις σε μια μικρή, εφαρμόσιμη αλλαγή.
Δεν ζηλεύεις τον άλλον, ζηλεύεις αυτό που στερείς από τον εαυτό σου
Η ζήλια δεν είναι πάντα ένα ελάττωμα χαρακτήρα ούτε απόδειξη ότι είσαι «κακός» ή αχάριστος άνθρωπος. Συχνά είναι ένα δυσάρεστο σήμα: δείχνει την απόσταση ανάμεσα στη ζωή που ζεις και σε μια ανάγκη, επιθυμία ή αξία που έχει μείνει στο περιθώριο.
Ίσως ζηλεύεις έναν φίλο που παίρνει άδεια χωρίς να απολογείται. Δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θέλεις τη δική του ζωή. Μπορεί να σημαίνει ότι εσύ έχεις μάθει να θεωρείς την ξεκούραση πολυτέλεια. Ίσως ζηλεύεις μια συνάδελφο που μιλά με σιγουριά στις συσκέψεις. Πίσω από αυτό μπορεί να υπάρχει η δική σου ανάγκη για έκφραση, αναγνώριση ή επαγγελματικό χώρο.
Η θεωρία της κοινωνικής σύγκρισης εξηγεί ότι αξιολογούμε τον εαυτό μας, εν μέρει, συγκρίνοντάς τον με τους άλλους (Festinger, 1954). Το πρόβλημα δεν είναι ότι συγκρίνεσαι. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η σύγκριση καταλήγει σε ένα άκαμπτο συμπέρασμα: «Εκείνος τα έχει όλα και εγώ δεν έχω τίποτα» ή «Αφού δεν έχω φτάσει εκεί, έχω αποτύχει».
Η ζήλια, λοιπόν, μπορεί να γίνει χρήσιμη όταν αντί να σε σπρώχνει σε αυτομομφή ή απαξίωση του άλλου, σε στρέφει προς μια πιο ειλικρινή ερώτηση: «Τι μου λείπει πραγματικά εδώ;»
Πίσω από τη ζήλια δεν υπάρχει πάντα το ίδιο αίτημα
Δύο άνθρωποι μπορεί να ζηλεύουν την ίδια εικόνα για τελείως διαφορετικούς λόγους. Κάποιος βλέπει ένα ζευγάρι και νιώθει ζήλια επειδή αναζητά περισσότερη οικειότητα. Κάποιος άλλος επειδή έχει ανάγκη να νιώσει ότι τον επιλέγουν. Ένας τρίτος επειδή φοβάται ότι μένει πίσω σε σχέση με τους συνομηλίκους του.
Γι’ αυτό δεν βοηθά να αντιμετωπίζεις τη ζήλια με γενικές συμβουλές, όπως «μην κοιτάς τι κάνουν οι άλλοι». Χρειάζεται να ξεχωρίσεις τι ακριβώς ενεργοποιείται μέσα σου. Η έρευνα διακρίνει τη ζήλια που συνδέεται με εχθρικότητα και υποτίμηση του άλλου από εκείνη που μπορεί να κινητοποιήσει προσπάθεια και προσωπική εξέλιξη (Smith & Kim, 2007). Η πρώτη συνήθως σε εγκλωβίζει. Η δεύτερη μπορεί να γίνει πυξίδα, αρκεί να μη μετατραπεί σε ανελέητη πίεση.
Αν, για παράδειγμα, ζηλεύεις την οικονομική άνεση κάποιου, το αίτημα δεν είναι πάντοτε «θέλω ακριβώς τα χρήματά του». Μπορεί να είναι ασφάλεια, ελευθερία επιλογών, λιγότερος φόβος για το μέλλον ή η αίσθηση ότι η δουλειά σου ανταμείβεται δίκαια. Όταν ονομάσεις το βαθύτερο αίτημα, αποκτάς περισσότερες επιλογές από το να κοιτάς απλώς τη βιτρίνα της ζωής του άλλου.
Η παγίδα της επιμελημένης εικόνας
Ιδιαίτερα στα κοινωνικά δίκτυα, συγκρίνεις συχνά τη δική σου καθημερινότητα με επιλεγμένες στιγμές των άλλων. Βλέπεις την προαγωγή, όχι την αβεβαιότητα που προηγήθηκε. Βλέπεις το ταξίδι, όχι τη μοναξιά ή την εξάντληση που μπορεί να συνυπάρχουν. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι άλλοι δεν χαίρονται αληθινά. Σημαίνει απλώς ότι η εικόνα που έχεις είναι ελλιπής.
Η χρήσιμη ερώτηση δεν είναι «είναι η ζωή του άλλου τόσο καλή όσο φαίνεται;». Είναι «τι ιστορία λέω εγώ για τη δική μου ζωή όταν τη συγκρίνω με αυτή την εικόνα;». Εκεί συνήθως εμφανίζονται σκέψεις όπως «άργησα», «δεν αξίζω αρκετά» ή «πρέπει να τα κάνω όλα τέλεια». Αυτές οι σκέψεις δεν είναι γεγονότα. Είναι ερμηνείες που μπορούν να εξεταστούν.
Από την αυτοκριτική στην καθαρή παρατήρηση
Μια γνωσιακή-συμπεριφορική προσέγγιση δεν σου ζητά να πείσεις τον εαυτό σου ότι δεν ζηλεύει. Σου προτείνει να παρατηρήσεις με ακρίβεια τη διαδρομή: ποιο ήταν το ερέθισμα, ποια σκέψη εμφανίστηκε, ποιο συναίσθημα ακολούθησε και τι έκανες μετά.
Ας πούμε ότι βλέπεις έναν παλιό συμφοιτητή να ανακοινώνει μια επαγγελματική επιτυχία. Η αυτόματη σκέψη μπορεί να είναι: «Εγώ δεν προχώρησα πουθενά». Το συναίσθημα ίσως είναι ζήλια, ντροπή ή απογοήτευση. Η συμπεριφορά μπορεί να είναι να κλείσεις το τηλέφωνο, να απομονωθείς ή να δουλέψεις υπερβολικά για να αποδείξεις κάτι.
Η εναλλακτική δεν είναι μια τεχνητά θετική σκέψη. Είναι μια πιο δίκαιη σκέψη: «Η επιτυχία του με αγγίζει επειδή θέλω κι εγώ να εξελιχθώ. Η πορεία μου δεν ακυρώνεται από τη δική του. Ποιο είναι ένα συγκεκριμένο βήμα που μπορώ να κάνω;» Η διαφορά μοιάζει μικρή, αλλά αλλάζει τη συμπεριφορά που ακολουθεί.
Η αυτοσυμπόνια βοηθά ιδιαίτερα σε αυτό το σημείο. Δεν σημαίνει χαμηλά κριτήρια ή παραίτηση. Σημαίνει να αναγνωρίζεις τη δυσκολία χωρίς να προσθέτεις προσβολές προς τον εαυτό σου. Η αυτοσυμπόνια συνδέεται με πιο ισορροπημένη αντιμετώπιση της αποτυχίας και των αρνητικών συναισθημάτων (Neff, 2003).
Τρεις ερωτήσεις που μετατρέπουν τη ζήλια σε κατεύθυνση
Όταν παρατηρείς ζήλια, δώσε στον εαυτό σου λίγα λεπτά πριν αντιδράσεις. Ρώτησε πρώτα: «Τι ακριβώς ζηλεύω;». Όχι γενικά το πρόσωπο, αλλά μια ποιότητα, μια επιλογή, ένα αποτέλεσμα ή την ελευθερία που νομίζεις ότι εκφράζει.
Στη συνέχεια ρώτησε: «Ποια ανάγκη ή αξία μου αγγίζει;». Μπορεί να είναι η σύνδεση, η δημιουργικότητα, η ξεκούραση, η αυτονομία, η ασφάλεια ή η τόλμη. Η προσέγγιση ACT δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην κατεύθυνση που θέλεις να έχει η ζωή σου, ακόμη κι όταν τα δύσκολα συναισθήματα είναι παρόντα (Hayes et al., 2006).
Τέλος, ρώτησε: «Ποια μικρή πράξη τιμά αυτή την αξία μέσα στις επόμενες επτά ημέρες;». Αν ζηλεύεις την ελευθερία κάποιου, ίσως η πράξη είναι να αρνηθείς μία υποχρέωση που δεν μπορείς να αναλάβεις. Αν ζηλεύεις τη δημιουργικότητα, ίσως είναι να προστατεύσεις μισή ώρα για ένα προσωπικό σχέδιο. Αν ζηλεύεις την επαγγελματική πρόοδο, ίσως είναι να ζητήσεις σαφή ανατροφοδότηση ή να ολοκληρώσεις μια εκκρεμότητα που αναβάλλεις.
Το μικρό βήμα έχει αξία επειδή μειώνει την απόσταση ανάμεσα στην επιθυμία και στην πράξη. Δεν χρειάζεται να ανασχεδιάσεις όλη τη ζωή σου επειδή ένα συναίσθημα εμφανίστηκε έντονα.
Πότε η ζήλια χρειάζεται περισσότερη φροντίδα
Υπάρχουν περιπτώσεις όπου η ζήλια δεν λειτουργεί σαν χρήσιμο μήνυμα, αλλά σαν επαναλαμβανόμενο μοτίβο που φθείρει σχέσεις, αυτοεκτίμηση ή εργασία. Αν σε οδηγεί συστηματικά σε έλεγχο, καχυποψία, ξεσπάσματα, απομόνωση ή αδυναμία να χαρείς για τους ανθρώπους που αγαπάς, αξίζει να το διερευνήσεις πιο προσεκτικά.
Σε μια σχέση, για παράδειγμα, η ζήλια μπορεί να σχετίζεται με πραγματικές ασάφειες και παραβιάσεις εμπιστοσύνης, αλλά μπορεί επίσης να ενισχύεται από παλιές εμπειρίες απόρριψης ή από έντονο φόβο εγκατάλειψης. Δεν υπάρχει μία ερμηνεία που ταιριάζει σε όλους. Η εκπαίδευση σε δεξιότητες ρύθμισης συναισθήματος και αποτελεσματικής επικοινωνίας μπορεί να βοηθήσει να εκφράσεις την ανάγκη σου χωρίς επίθεση ή έλεγχο (Linehan, 2015).
Η ατομική εργασία με προσέγγιση CBT, ACT ή DBT μπορεί να προσφέρει ένα σταθερό πλαίσιο για να χαρτογραφήσεις αυτά τα μοτίβα. Ο στόχος δεν είναι να εξαφανιστεί κάθε σύγκριση. Είναι να μπορείς να την αναγνωρίζεις, να επιλέγεις την επόμενη πράξη σου και να χτίζεις μια ζωή που δεν χρειάζεται να αποδείξει την αξία της σε κανέναν.
Η ζήλια δεν σου ζητά πάντα να πάρεις κάτι από τον άλλον. Μερικές φορές σου ζητά, πιο ήσυχα, να επιστρέψεις κάτι που έχεις στερήσει από εσένα: χρόνο, φωνή, ξεκούραση, διεκδίκηση ή την άδεια να θέλεις περισσότερα.
Ακαδημαϊκές αναφορές
Festinger, L. (1954). A theory of social comparison processes. Human Relations, 7(2), 117-140.
Hayes, S. C., Luoma, J. B., Bond, F. W., Masuda, A., & Lillis, J. (2006). Acceptance and commitment therapy: Model, processes and outcomes. Behaviour Research and Therapy, 44(1), 1-25.
Linehan, M. M. (2015). DBT skills training manual (2nd ed.). Guilford Press.
Neff, K. D. (2003). Self-compassion: An alternative conceptualization of a healthy attitude toward oneself. Self and Identity, 2(2), 85-101.
Smith, R. H., & Kim, S. H. (2007). Comprehending envy. Psychological Bulletin, 133(1), 46-64.





