Όταν ο ένας αποσύρεται και ο άλλος πιέζει: ο κύκλος που εξαντλεί τα ζευγάρια
- Michael Batakis
- πριν από 5 ημέρες
- διαβάστηκε 6 λεπτά
Η ψυχοθεραπευτική βιβλιογραφία το περιγράφει ως κύκλο διεκδίκησης-απόσυρσης (demand-withdraw), και είναι ένα από τα πιο μελετημένα και πιο διορθώσιμα μοτίβα στη θεραπεία ζεύγους. Το άρθρο αυτό εξηγεί πώς λειτουργεί, γιατί και οι δύο πλευρές έχουν καλή πρόθεση, και γιατί η λύση βρίσκεται στη δυναμική του ζευγαριού — όχι στο ποιος από τους δύο «φταίει». Όταν νιώθεις ότι κάθε προσπάθεια για επικοινωνία με τον/την σύντροφό σου καταλήγει είτε σε σιωπή είτε σε ένταση, είναι εύκολο να πιστέψεις ότι το πρόβλημα είναι ο χαρακτήρας του άλλου —ή ο δικός σου. Στην πράξη, πολύ συχνά δεν πρόκειται για χαρακτήρα, αλλά για έναν κύκλο: όσο πιο πολύ αποσύρεται ο ένας, τόσο πιο πολύ πιέζει ο άλλος για απάντηση, και όσο πιο πολύ πιέζει ο ένας, τόσο πιο πολύ αποσύρεται ο άλλος.
Δεν είναι πρόβλημα προσώπου, είναι πρόβλημα πλαισίου
Μια από τις πιο συχνές παγίδες σε αυτόν τον κύκλο είναι η αναζήτηση υπαίτιου: «αν εκείνος/η άλλαζε, θα λυνόταν». Η κλινική εμπειρία δείχνει κάτι διαφορετικό — ο κύκλος διεκδίκησης-απόσυρσης είναι σχεσιακό φαινόμενο, όχι ατομικό ελάττωμα. Και οι δύο ρόλοι, ο συγκρατημένος και ο πιεστικός, έχουν τη δική τους εσωτερική λογική και συχνά καλή πρόθεση από πίσω τους. Το ζήτημα δεν είναι ποιος από τους δύο χρειάζεται «διόρθωση», αλλά πώς η αλληλεπίδρασή τους —το πλαίσιο που δημιουργούν μαζί— τροφοδοτεί τον κύκλο. Αυτή η μετατόπιση, από «ποιος φταίει» σε «τι συμβαίνει ανάμεσά μας», είναι συνήθως το πρώτο και πιο ανακουφιστικό βήμα σε μια θεραπεία ζεύγους.
Η λογική πίσω από την αποφυγή
Όποιος αποσύρεται από μια δύσκολη συζήτηση συνήθως δεν το κάνει από αδιαφορία. Συχνά, η εσωτερική πεποίθηση είναι κάτι σαν: «Αν ανοίξω αυτό το θέμα τώρα, θα γίνει σύγκρουση, και δεν θέλω να ρισκάρω τη σχέση». Η αποφυγή, δηλαδή, βιώνεται ως προστασία, όχι ως αδιαφορία. Το πρόβλημα είναι ότι το θέμα σπάνια εξαφανίζεται όταν αποφεύγεται — απλώς μετατίθεται, και συχνά επιστρέφει μεγαλύτερο.
Το κενό που γεμίζει με φόβο
Η σιωπή, ωστόσο, δεν μένει ποτέ πραγματικά κενή. Όταν ο ένας σύντροφος δεν εξηγεί τι σκέφτεται ή τι νιώθει, ο άλλος τείνει να γεμίσει αυτό το κενό μόνος του — και συνήθως όχι με την πιο ευνοϊκή εξήγηση. «Δεν με υπολογίζει», «κάτι κρύβει», «δεν τον/την νοιάζω πια» είναι τυπικές ερμηνείες που προκύπτουν όχι επειδή είναι αναγκαστικά αληθινές, αλλά επειδή ο ανθρώπινος νους δυσανασχετεί με την αβεβαιότητα και τείνει να την κλείνει γρήγορα, συχνά με το χειρότερο δυνατό σενάριο (Baumeister, Bratslavsky, Finkenauer, & Vohs, 2001, σχετικά με την ισχυρότερη βαρύτητα των αρνητικών εμπειριών στη γνωστική επεξεργασία).
Ένα παράδειγμα. Φανταστείτε ένα ζευγάρι όπου εκείνη περιμένει τον σύντροφό της να επιστρέψει από μια επίσκεψη στους γονείς του. Όταν επιστρέφει σιωπηλός, εκείνη ρωτά τι έγινε· εκείνος απαντά «τίποτα, όλα καλά» και αλλάζει θέμα. Χωρίς καμία άλλη πληροφορία, εκείνη μπορεί να καταλήξει: «κάτι είπαν εναντίον μου και δεν μου το λέει». Η υπόθεση μπορεί να είναι σωστή ή λανθασμένη — το ζήτημα είναι ότι πέρασε από υπόθεση σε βεβαιότητα μέσα σε δευτερόλεπτα, χωρίς καμία επιβεβαίωση.
Πώς κλιμακώνεται
Ο σύντροφος που νιώθει ότι δεν παίρνει απάντηση, φυσικά, δεν μένει παθητικός. Πιέζει περισσότερο, ρωτάει ξανά, μερικές φορές με ένταση — ακριβώς επειδή θέλει να κλείσει το κενό που περιγράψαμε παραπάνω. Αυτή η πίεση, όμως, επιβεβαιώνει στον σύντροφο που αποσύρεται ακριβώς τον φόβο που τον έκανε να αποσυρθεί εξαρχής: «Κοίτα πως αντιδρά, δεν καταλαβαίνει... Καλά που δε μίλησα, αν μίλαγα, θα γινόταν χαμός». Έτσι αποσύρεται ακόμα περισσότερο, η πίεση αυξάνεται ξανά, και ο κύκλος αυτοτροφοδοτείται. Η κλασική έρευνα των Christensen και Heavey (1990) έδειξε ότι αυτό το μοτίβο δεν εξαρτάται τόσο από το «ποιος είναι έτσι», όσο από το ποιος θέλει αλλαγή σε ένα συγκεκριμένο ζήτημα — δηλαδή είναι περισσότερο δυναμική παρά χαρακτήρας, ακριβώς όπως περιγράφηκε παραπάνω.
Ένα δεύτερο παράδειγμα, σε διαφορετικό πλαίσιο: ένας πατέρας αποφασίζει να περάσει το Σαββατοκύριακο με το παιδί του από προηγούμενο γάμο, χωρίς να το συζητήσει εκ των προτέρων με τη νέα του σύντροφο. Εκείνη το βιώνει ως υποβάθμιση της σχέσης τους, ενώ εκείνος απλώς θεωρούσε αυτονόητο το δικαίωμά του να δει το παιδί του. Αντί να το συζητήσουν ανοιχτά, εκείνη αποσύρεται προσβεβλημένη, εκείνος νιώθει αδικημένος που δεν αναγνωρίζεται η πρόθεσή του, και η ένταση μεγαλώνει γύρω από ένα ζήτημα που θα μπορούσε να έχει λυθεί με μία απλή διευκρίνιση.
Το σημείο όπου κολλάει η ερμηνεία
Υπάρχει κι ένα δεύτερο επίπεδο δυσκολίας, εξίσου σημαντικό: η απόσταση ανάμεσα σε αυτό που πραγματικά συνέβη και στο τι σημαίνει αυτό. Ένα σύντροφος μπορεί να πάρει μια απόφαση —να περάσει χρόνο με ένα παιδί, με φίλους, με τη δουλειά— και ο άλλος να μεταφράσει αυτόματα αυτή την απόφαση σε κρίση για τη σχέση: «δεν με βάζει προτεραιότητα», «δεν μετράω». Η γνωσιακή προσέγγιση ονομάζει αυτό το βήμα «αυτόματη σκέψη» (Beck, 1979): μια ερμηνεία που περνά τόσο γρήγορα, ώστε συχνά τη βιώνουμε σαν γεγονός και όχι σαν υπόθεση. Η δουλειά δεν είναι να σταματήσουμε να νιώθουμε — είναι να μάθουμε να διακρίνουμε το γεγονός από την ερμηνεία, πριν η ερμηνεία καθορίσει την επόμενη κίνησή μας.
Η διερευνητική περιέργεια ως αντίδοτο
Το εργαλείο που μπορεί να σπάσει αυτή τη γρήγορη μετάβαση από γεγονός σε βεβαιότητα λέγεται, στη θεραπευτική γλώσσα, διερευνητική περιέργεια (inquisitive ή curious stance) — η στάση του να κρατάς μια ερμηνεία ανοιχτή, ως πιθανότητα προς διερεύνηση, αντί να την κλείνεις αμέσως ως συμπέρασμα.
Στην πράξη, αυτό σημαίνει να αντικαθιστάς εσωτερικές φράσεις-βεβαιότητες με φράσεις-υποθέσεις. Το «δεν με υπολογίζει» γίνεται «κάτι σε αυτό με ενόχλησε — θέλω να καταλάβω τι πραγματικά σήμαινε για εκείνον/η». Το «θα γίνει σύγκρουση αν μιλήσω» γίνεται «δεν ξέρω ακόμα πώς θα εξελιχθεί αυτή η κουβέντα — ας δοκιμάσω να πω κάτι μικρό και να δω». Η διαφορά φαίνεται λεπτή, αλλά αλλάζει ριζικά το τι κάνεις στη συνέχεια: μια βεβαιότητα οδηγεί σε άμυνα ή επίθεση, μια υπόθεση οδηγεί σε ερώτηση.
Αυτή η στάση δεν είναι το ίδιο με το να αγνοείς αυτό που νιώθεις. Το συναίσθημα παραμένει πραγματικό και αξίζει να ακουστεί· αυτό που αλλάζει είναι η βεβαιότητα με την οποία το μεταφράζεις σε γεγονός για τον άλλον. Η ερευνητική περιέργεια, δηλαδή, δεν σημαίνει «μην εμπιστεύεσαι το ένστικτό σου» — σημαίνει «πρόσθεσε ένα βήμα ανάμεσα στο ένστικτο και στο συμπέρασμα»: ρώτα πριν ερμηνεύσεις, άκου την απάντηση, και μετά αποφάσισε τι σημαίνει πραγματικά αυτό που συνέβη.
Η μελέτη των Gottman και Silver (1999) δείχνει ότι τα ζευγάρια που διατηρούν αυτή την ανοιχτή, περίεργη στάση απέναντι στην εσωτερική εμπειρία του άλλου —αντί να θεωρούν ότι ήδη την ξέρουν— έχουν σημαντικά πιο σταθερές σχέσεις μακροπρόθεσμα, ανεξάρτητα από το πόσο συχνά διαφωνούν. Δεν είναι η απουσία διαφωνίας που προστατεύει τη σχέση, αλλά ο τρόπος με τον οποίο κάθε πλευρά προσεγγίζει αυτό που δεν καταλαβαίνει ακόμα στον άλλον.
Πώς να ξεχωρίσεις τη στρατηγική από τον φόβο
Ένα χρήσιμο τεστ, τόσο για όποιον αποφεύγει όσο και για όποιον πιέζει, είναι να δεις αν η συμπεριφορά σου είναι πράγματι επιλογή ή αυτόματο αντανακλαστικό. Όποιος πραγματικά χειρίζεται στρατηγικά μια κατάσταση, αλλάζει τακτική ανάλογα με τα δεδομένα — άλλοτε περιμένει, άλλοτε απαντά αμέσως. Όποιος λειτουργεί από φόβο, κάνει σχεδόν πάντα την ίδια κίνηση, ανεξάρτητα από το τι διακυβεύεται. Ένα απλό ερώτημα βοηθά να το δει κανείς μόνος του: «Την τελευταία φορά που θα μπορούσα να αναβάλω κάτι δύσκολο αλλά επέλεξα να το αντιμετωπίσω αμέσως — πότε έγινε αυτό;». Αν δεν βρίσκεται εύκολα παράδειγμα, τότε πιθανότατα δεν πρόκειται για επιλογή, αλλά για εκτέλεση ενός πάγιου μηχανισμού άγχους.
Αντίστοιχο τεστ υπάρχει και για την πλευρά της πίεσης: το ζητούμενο δεν είναι αν η ένταση «πετυχαίνει» βραχυπρόθεσμα — είναι αν φέρνει αυτό που πραγματικά επιδιώκεις. Ένα «ναι» που δίνεται για να σταματήσει η πίεση δεν είναι το ίδιο με ένα «ναι» που δίνεται επειδή πείστηκε κάποιος. Το πρώτο χρειάζεται να ξαναφυλαχθεί συνέχεια· το δεύτερο κρατά μόνο του. Το ερώτημα που αξίζει να θέτει κανείς στον εαυτό του είναι: «Θέλω ένα ναι που κερδήθηκε με πίεση, ή ένα ναι που δόθηκε επειδή πραγματικά με άκουσε ο άλλος;» — γιατί μόνο το δεύτερο φέρνει την αίσθηση που πραγματικά αναζητά κανείς: ότι τον υπολογίζουν, όχι ότι απλώς υποχώρησαν.
Τι πραγματικά χρειάζεται να αλλάξει
Το ενθαρρυντικό εύρημα της έρευνας για τα ζευγάρια είναι ότι κανένας από τους δύο ρόλους δεν χρειάζεται να «σβήσει» για να σπάσει ο κύκλος (Gottman & Silver, 1999). Αυτός που αποσύρεται δεν χρειάζεται να γίνει συγκρουσιακός· χρειάζεται να μάθει να λέει μια θέση πριν αποσυρθεί — έστω μια πρόταση, έστω ασαφής ακόμα, αρκεί να μη μένει τελείως σιωπηλός. Αυτός που πιέζει δεν χρειάζεται να γίνει λιγότερο δυναμικός· χρειάζεται να μάθει να κρατά μια ερμηνεία ως υπόθεση για λίγο παραπάνω, πριν τη μετατρέψει σε βεβαιότητα και αντιδράσει πάνω σε αυτήν.
Με άλλα λόγια: το ζητούμενο δεν είναι ο ένας να γίνει σαν τον άλλον, αλλά και οι δύο να προσθέσουν ένα ενδιάμεσο βήμα στο αυτόματο αντανακλαστικό τους — περιέργεια πριν την ερμηνεία, θέση πριν την αποφυγή. Και αυτό, ακριβώς επειδή είναι πρόβλημα πλαισίου και όχι προσώπου, δουλεύεται καλύτερα όταν και οι δύο συμμετέχουν στη διαδικασία, αντί ο ένας να προσπαθεί να «διορθώσει» τον άλλον μόνος του.
Πότε αξίζει να ζητηθεί βοήθεια
Αν αναγνωρίζεις αυτόν τον κύκλο στη δική σου σχέση, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι κάτι έχει σπάσει ανεπανόρθωτα — σημαίνει ότι υπάρχει ένα συγκεκριμένο, μελετημένο μοτίβο που μπορεί να δουλευτεί συστηματικά, συνήθως πιο γρήγορα απ' ό,τι φαντάζεται κανείς όταν βρίσκεται μέσα του. Η θεραπεία ζεύγους δίνει ακριβώς τον χώρο και τη δομή για να γίνει αυτό: να κατανοήσει ο καθένας τον δικό του ρόλο στον κύκλο, χωρίς να χρειάζεται να αποδειχθεί ποιος έχει δίκιο.
Βιβλιογραφικές Παραπομπές
Baumeister, R. F., Bratslavsky, E., Finkenauer, C., & Vohs, K. D. (2001). Bad is stronger than good. Review of General Psychology, 5(4), 323–370.
Beck, A. T., Rush, A. J., Shaw, B. F., & Emery, G. (1979). Cognitive therapy of depression. Guilford Press.
Christensen, A., & Heavey, C. L. (1990). Gender and social structure in the demand/withdraw pattern of marital conflict. Journal of Personality and Social Psychology, 59(1), 73–81.
Gottman, J. M., & Silver, N. (1999). The seven principles for making marriage work. Crown Publishers.





