top of page

Η παγίδα του ελέγχου: γιατί η ζήλια δεν προστατεύει από αυτό που φοβάσαι;

  • Michael Batakis
  • 5 Αυγ
  • διαβάστηκε 5 λεπτά

Έγινε ενημέρωση: 12 Αυγ

Αν πιάνεις τον εαυτό σου να θέλει να ελέγξει ένα μήνυμα, μια έξοδο ή το ποιος έκανε like σε μια ανάρτηση, πιθανότατα δεν θέλεις να περιορίσεις τον άνθρωπό σου. Θέλεις να νιώσεις ασφαλής. Εκεί ακριβώς βρίσκεται η παγίδα του ελέγχου: γιατί η ζήλια δεν προστατεύει τη σχέση σου και τι κάνει στην πραγματικότητα; Προσφέρει μια στιγμιαία ανακούφιση από την αβεβαιότητα, αλλά συχνά καλλιεργεί περισσότερο φόβο, ένταση και απόσταση. Στο άρθρο αυτό θα δεις πώς δημιουργείται αυτός ο κύκλος, πότε η ζήλια είναι ένα χρήσιμο σήμα και πότε μετατρέπεται σε επιβαρυντικό μοτίβο, καθώς και πώς μπορείς να αντιδράσεις με περισσότερη ψυχραιμία και καθαρότητα.

Η παγίδα του ελέγχου: γιατί η ζήλια δεν προστατεύει

Η ζήλια είναι ένα ανθρώπινο συναίσθημα. Μπορεί να εμφανιστεί όταν φοβάσαι ότι θα χάσεις τη θέση σου στη ζωή ενός σημαντικού ανθρώπου, όταν συγκρίνεσαι με κάποιον άλλο ή όταν μια συμπεριφορά του συντρόφου σου ενεργοποιεί παλιές ανασφάλειες. Το συναίσθημα από μόνο του δεν αποδεικνύει ότι υπάρχει πρόβλημα στη σχέση - ούτε ότι εσύ είσαι «παράλογος» ή «υπερβολικός».

Το ζήτημα αρχίζει όταν η ζήλια μεταφράζεται αυτόματα σε έλεγχο: επαναλαμβανόμενες ερωτήσεις, απαίτηση για διαβεβαιώσεις, έλεγχο κινητού, παρακολούθηση στα κοινωνικά δίκτυα, πίεση να περιοριστούν φίλοι ή δραστηριότητες. Τότε ο στόχος δεν είναι πλέον η επικοινωνία για μια ανάγκη, αλλά η εξάλειψη κάθε αβεβαιότητας. Και καμία σχέση δεν μπορεί να προσφέρει τέτοια βεβαιότητα.

Ο έλεγχος ανακουφίζει για λίγο, αλλά εκπαιδεύει τον φόβο

Από τη σκοπιά της CBT, ο κύκλος είναι κατανοητός. Εμφανίζεται μια σκέψη όπως «Αν δεν απαντάει, κάτι συμβαίνει» ή «Αν βγει χωρίς εμένα, ίσως γνωρίσει κάποιον καλύτερο». Ακολουθεί άγχος, θυμός ή στενοχώρια. Ο έλεγχος - ένα μήνυμα, μια ερώτηση, μια αναζήτηση στοιχείων - μειώνει προσωρινά την ένταση.

Αυτή η πρόσκαιρη ανακούφιση κάνει τον έλεγχο να μοιάζει αποτελεσματικός. Όμως μακροπρόθεσμα ο νους μαθαίνει ότι η αβεβαιότητα είναι επικίνδυνη και ότι χρειάζεται συνεχής επιτήρηση για να αντέξεις το συναίσθημα. Έτσι, το κατώφλι της ανησυχίας χαμηλώνει: ό,τι χθες περνούσε απαρατήρητο, σήμερα μπορεί να μοιάζει ύποπτο.

Η έρευνα για τη ρομαντική ζήλια δείχνει ότι ο τρόπος με τον οποίο κάποιος διαχειρίζεται το συναίσθημα επηρεάζει περισσότερο τη σχέση από το ίδιο το συναίσθημα. Οι κατηγορίες, η επιτήρηση και η αποφυγή συνήθως κλιμακώνουν τη σύγκρουση, ενώ η πιο άμεση και ευάλωτη επικοινωνία δημιουργεί καλύτερες προϋποθέσεις σύνδεσης (Guerrero et al., 1995).

Τι κάνει πραγματικά ο έλεγχος στη σχέση

Ο έλεγχος συχνά παρουσιάζεται ως ενδιαφέρον: «Αν δεν ρωτήσω, σημαίνει ότι δεν με νοιάζει». Στην πράξη, όμως, το ενδιαφέρον αφήνει χώρο στην αυτονομία, ενώ ο έλεγχος ζητά από τον άλλο να αποδείξει διαρκώς ότι δεν θα σε πληγώσει. Η διαφορά είναι ουσιαστική.

Πρώτα, φθείρεται η εμπιστοσύνη. Όταν ο ένας χρειάζεται συνεχείς αποδείξεις και ο άλλος νιώθει ότι ανακρίνεται, η σχέση μετακινείται από τη συνεργασία στην άμυνα. Ακόμη και αν δεν υπάρχει πραγματική παραβίαση εμπιστοσύνης, το μήνυμα που περνά είναι: «Δεν σε θεωρώ αξιόπιστο μέχρι να μου το αποδείξεις ξανά».

Έπειτα, μειώνεται η οικειότητα. Η αληθινή εγγύτητα χρειάζεται την ελευθερία να μοιράζεσαι σκέψεις, λάθη και αμφιβολίες χωρίς να φοβάσαι ότι θα χρησιμοποιηθούν εναντίον σου. Όταν κάθε πληροφορία μπορεί να γίνει αφορμή για καβγά, ο σύντροφος ενδέχεται να αρχίσει να αποφεύγει συζητήσεις ή να κρατά πράγματα για τον εαυτό του. Αυτό μπορεί να εκληφθεί ως επιβεβαίωση της καχυποψίας, ενώ συχνά είναι αντίδραση στην πίεση.

Τέλος, ο έλεγχος δημιουργεί μια άνιση δυναμική. Ο ένας γίνεται ο αξιολογητής και ο άλλος ο ελεγχόμενος. Με τον χρόνο, και οι δύο χάνουν: εκείνος που ελέγχει δεν ηρεμεί πραγματικά και εκείνος που ελέγχεται χάνει την αίσθηση ότι γίνεται σεβαστός. Μελέτες για τη ρύθμιση της συμπεριφοράς μέσα στις στενές σχέσεις συνδέουν τις πιεστικές και επικριτικές στρατηγικές με υψηλότερη ένταση και χαμηλότερη ικανοποίηση από τη σχέση (Overall et al., 2009).

Πότε η ζήλια είναι σήμα και πότε γίνεται μοτίβο

Δεν είναι χρήσιμο να λες στον εαυτό σου ότι πρέπει να «μη ζηλεύεις ποτέ». Υπάρχουν περιπτώσεις όπου η ζήλια δείχνει ότι κάτι χρειάζεται να συζητηθεί: ασυνέπεια ανάμεσα σε λόγια και πράξεις, κρυψίνοια, παραβίαση μιας συμφωνίας του ζευγαριού ή φλερτ που ξεπερνά τα όρια που έχετε θέσει. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η λύση δεν είναι να αγνοήσεις το ένστικτό σου. Είναι να το εξετάσεις με γεγονότα και να μιλήσεις καθαρά.

Η διαφορά βρίσκεται στο αν βασίζεσαι σε παρατηρήσιμα δεδομένα ή σε υποθέσεις. Άλλο είναι να πεις: «Είχαμε συμφωνήσει να μου πεις ότι θα αργήσεις και δεν έγινε. Αυτό με δυσκόλεψε». Άλλο είναι να πεις: «Δεν απάντησες για μία ώρα, άρα σίγουρα με κοροϊδεύεις». Στην πρώτη περίπτωση περιγράφεις ένα περιστατικό και μια ανάγκη. Στη δεύτερη, η σκέψη παρουσιάζεται ως γεγονός.

Οι εμπειρίες προηγούμενης απόρριψης, απιστίας ή αστάθειας μπορούν να κάνουν τον νου πιο ευαίσθητο σε πιθανές απειλές. Αυτό δεν σημαίνει ότι είσαι καταδικασμένος να επαναλάβεις το ίδιο μοτίβο. Σημαίνει ότι χρειάζεται να ξεχωρίσεις το παρόν από ό,τι έμαθες να περιμένεις στο παρελθόν. Η θεωρία της προσκόλλησης εξηγεί γιατί, υπό πίεση, ορισμένοι άνθρωποι αναζητούν έντονα διαβεβαίωση ή απομακρύνονται για να προστατευτούν από τον φόβο της απόρριψης (Mikulincer & Shaver, 2016).

Πώς να αντιδράσεις χωρίς να ακυρώνεις τον εαυτό σου

Κάνε μια παύση ανάμεσα στο συναίσθημα και στην πράξη

Όταν ενεργοποιείται η ζήλια, μην προσπαθήσεις πρώτα να αποφασίσεις αν έχεις δίκιο. Ρώτησε: «Τι νιώθω τώρα; Τι φοβάμαι ότι σημαίνει αυτό; Ποια στοιχεία έχω και ποια συμπληρώνω μόνος μου;» Η παύση δεν ακυρώνει το συναίσθημα. Σου επιτρέπει να μην το αφήσεις να οδηγήσει αμέσως τη συμπεριφορά σου.

Μια πρακτική DBT δεξιότητα είναι να περιμένεις πριν στείλεις το μήνυμα ή κάνεις την ερώτηση που έχεις στο μυαλό σου. Πάρε λίγες αργές αναπνοές, άλλαξε δωμάτιο, γράψε σε ένα σημείωμα τι θα ήθελες να πεις και επέστρεψε όταν η ένταση έχει πέσει. Δεν πρόκειται για αποφυγή. Είναι επιλογή να επικοινωνήσεις με τρόπο που εξυπηρετεί τον στόχο σου.

Ζήτησε αυτό που χρειάζεσαι, όχι αυτό που φοβάσαι

Αντί για «Πού είσαι; Με ποιον είσαι; Γιατί δεν απαντάς;», δοκίμασε μια πιο ειλικρινή διατύπωση: «Όταν δεν έχω νέα σου για πολλές ώρες, αγχώνομαι και φτιάχνω σενάρια. Θα με βοηθούσε να συμφωνήσουμε πώς επικοινωνούμε όταν αλλάζει το πρόγραμμά μας».

Αυτό δεν εγγυάται ότι ο άλλος θα ανταποκριθεί όπως θέλεις. Δίνει όμως στη συζήτηση μια πραγματική πιθανότητα να οδηγήσει σε συμφωνίες αντί για άμυνα. Οι υγιείς συμφωνίες είναι αμοιβαίες, συγκεκριμένες και εφαρμόσιμες. Δεν είναι κανόνες που επιβάλλει ο ένας στον άλλο.

Εξασκήσου στην ανοχή της αβεβαιότητας

Η ασφάλεια σε μια σχέση δεν προκύπτει επειδή έχεις πρόσβαση σε κάθε πληροφορία. Χτίζεται όταν μπορείς να αντέχεις κάποιες αναπάντητες ερωτήσεις χωρίς να καταφεύγεις σε έλεγχο, και όταν παρατηρείς με τον χρόνο αν ο άλλος είναι συνεπής, διαθέσιμος και σεβαστικός.

Μπορείς να ξεκινήσεις μικρά: να μην ελέγξεις μία φορά τα κοινωνικά δίκτυα, να μην απαιτήσεις άμεση απάντηση, να επιστρέψεις σε μια δραστηριότητα που έχει αξία για εσένα. Η ACT προσέγγιση δεν υπόσχεται ότι η ζήλια θα εξαφανιστεί. Σε βοηθά να επιλέγεις πράξεις που συνδέονται με τις αξίες σου - όπως ο σεβασμός, η ειλικρίνεια και η φροντίδα - ακόμη κι όταν το συναίσθημα είναι παρόν.

Όταν ο κύκλος επαναλαμβάνεται

Αν οι καβγάδες για ζήλια επαναλαμβάνονται, αν η ανάγκη για έλεγχο μεγαλώνει ή αν νιώθεις ότι η σχέση έχει γίνει πεδίο ανάκρισης και άμυνας, η ατομική ή η θεραπεία ζεύγους μπορεί να προσφέρει ένα ασφαλές πλαίσιο. Δεν χρειάζεται να αποδείξεις ποιος έχει δίκιο. Χρειάζεται να καταλάβεις τι ενεργοποιεί τον κύκλο και να μάθετε πιο αποτελεσματικούς τρόπους να μιλάτε για ασφάλεια, όρια και εμπιστοσύνη.

Το πιο γενναίο βήμα δεν είναι να βρεις τον τέλειο τρόπο να βεβαιωθείς ότι δεν θα πληγωθείς. Είναι να επιλέξεις να σχετίζεσαι με καθαρότητα, αξιοπρέπεια και χώρο και για τους δύο. Η εμπιστοσύνη δεν χτίζεται με επιτήρηση. Χτίζεται κάθε φορά που η αλήθεια μπορεί να ειπωθεί χωρίς φόβο.

Ακαδημαϊκές αναφορές

Guerrero, L. K., Andersen, P. A., Jorgensen, P. F., Spitzberg, B. H., & Eloy, S. V. (1995). Coping with the green-eyed monster: The effects of parental jealousy reactions on young adults’ relationships. Communication Reports, 8(1), 40-45.

Mikulincer, M., & Shaver, P. R. (2016). Attachment in adulthood: Structure, dynamics, and change (2nd ed.). Guilford Press.

Overall, N. C., Fletcher, G. J. O., Simpson, J. A., & Sibley, C. G. (2009). Regulating partners in intimate relationships: The costs and benefits of different communication strategies. Journal of Personality and Social Psychology, 96(3), 620-639.

 
 
bottom of page