Γιατί σωματοποιώ το άγχος και τι μπορώ να κάνω
- Michael Batakis
- 19 Αυγ
- διαβάστηκε 5 λεπτά
Έγινε ενημέρωση: πριν από 7 ημέρες
Το σφίξιμο στο στήθος πριν από μια δύσκολη συνάντηση, ο κόμπος στο στομάχι χωρίς προφανή αιτία ή ο πονοκέφαλος στο τέλος μιας πιεστικής εβδομάδας δεν είναι «ιδέα σου». Αν αναρωτιέσαι «γιατί σωματοποιώ το άγχος;», αυτό το άρθρο έχει σκοπό να εξηγήσει με απλό τρόπο πώς συνδέονται οι σκέψεις, τα συναισθήματα και οι σωματικές αντιδράσεις. Θα δεις ποια συμπτώματα εμφανίζονται συχνότερα, γιατί διατηρούνται, πότε αξίζει να γίνει ιατρικός έλεγχος και πώς η γνωσιακή-συμπεριφορική προσέγγιση μπορεί να σε βοηθήσει να αλλάξεις σταδιακά τη σχέση σου με αυτά. Στόχος δεν είναι να αγνοήσεις το σώμα σου, αλλά να το ακούσεις με περισσότερη ακρίβεια και λιγότερο φόβο.
Γιατί σωματοποιώ το άγχος;
Το άγχος δεν είναι μόνο μια σκέψη ή ένα συναίσθημα. Είναι και μια φυσιολογική αντίδραση ετοιμότητας. Όταν ο εγκέφαλος εκτιμά ότι υπάρχει απειλή - για παράδειγμα μια προθεσμία, μια σύγκρουση, οικονομική αβεβαιότητα ή ο φόβος ότι θα αποτύχεις - ενεργοποιεί το σύστημα συναγερμού του σώματος. Η αναπνοή μπορεί να γίνει πιο γρήγορη, οι μύες να σφίξουν, η καρδιά να χτυπά εντονότερα και η πέψη να αλλάξει.
Αυτές οι αλλαγές έχουν νόημα όταν χρειάζεται άμεση δράση. Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν ο συναγερμός παραμένει συχνά ενεργός, ακόμη κι αν η απειλή δεν είναι παρούσα ή δεν απαιτεί τέτοια ένταση. Τότε το σώμα μπορεί να εκφράζει την πίεση που δεν έχει αναγνωριστεί, δεν έχει ειπωθεί ή δεν έχει βρει άλλο τρόπο να εκτονωθεί. Η σύνδεση ανάμεσα στο στρες και στα σωματικά συμπτώματα είναι καλά τεκμηριωμένη, ιδιαίτερα όταν η ανησυχία γίνεται επίμονη και η προσοχή στρέφεται διαρκώς στις αισθήσεις του σώματος (McEwen, 2007).
Η σωματοποίηση δεν σημαίνει ότι «προσποιείσαι» ή ότι τα συμπτώματα δεν είναι αληθινά. Ο πόνος, η ταχυκαρδία, η ναυτία ή η εξάντληση είναι πραγματικές εμπειρίες. Αυτό που μπορεί να είναι ψυχολογικό είναι ένας από τους παράγοντες που τις πυροδοτεί, τις εντείνει ή τις διατηρεί.
Πώς δημιουργείται ο κύκλος άγχους και συμπτωμάτων
Συχνά δεν είναι το αρχικό σωματικό σύμπτωμα που δυσκολεύει περισσότερο, αλλά η ερμηνεία του. Μπορεί να νιώσεις ζάλη και να σκεφτείς «κάτι σοβαρό συμβαίνει». Η σκέψη αυξάνει τον φόβο, ο φόβος ενεργοποιεί περισσότερο το σώμα και η ζάλη γίνεται εντονότερη. Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος.
Η γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία εξετάζει ακριβώς αυτή την αλληλεπίδραση: κατάσταση, σκέψη, συναίσθημα, σωματική αίσθηση και συμπεριφορά. Για παράδειγμα, η αποφυγή του μετρό επειδή κάποτε ένιωσες δύσπνοια μπορεί να προσφέρει προσωρινή ανακούφιση. Μακροπρόθεσμα, όμως, διδάσκει στον εγκέφαλο ότι το μετρό είναι επικίνδυνο και αυξάνει την επαγρύπνηση την επόμενη φορά.
Η συνεχής αναζήτηση διαβεβαίωσης, ο επαναλαμβανόμενος έλεγχος του σφυγμού ή η παρακολούθηση κάθε μικρής αλλαγής στο σώμα μπορεί επίσης να συντηρούν την ανησυχία. Δεν πρόκειται για έλλειψη λογικής. Είναι κατανοητές προσπάθειες να νιώσεις ασφαλής, οι οποίες όμως μερικές φορές έχουν το αντίθετο αποτέλεσμα (Craske et al., 2009).
Ποια συμπτώματα μπορεί να σχετίζονται με το άγχος
Το άγχος δεν εκδηλώνεται με τον ίδιο τρόπο σε όλους. Κάποιοι άνθρωποι έχουν κυρίως συμπτώματα από το πεπτικό, άλλοι μυϊκή ένταση ή αίσθημα εξάντλησης. Συχνές εκδηλώσεις είναι οι πονοκέφαλοι, το σφίξιμο σε αυχένα και ώμους, οι ενοχλήσεις στο στομάχι ή στο έντερο, η αίσθηση δύσπνοιας, οι παλμοί, η εφίδρωση, το τρέμουλο και οι δυσκολίες ύπνου.
Υπάρχουν επίσης πιο διακριτές εκφράσεις: σφίξιμο στη γνάθο, δερματικές ενοχλήσεις που επιδεινώνονται σε περιόδους πίεσης, συχνή κόπωση ή ένα ασαφές αίσθημα ότι «δεν μπορώ να χαλαρώσω». Το μοτίβο έχει μεγαλύτερη σημασία από ένα μεμονωμένο σύμπτωμα. Αν οι ενοχλήσεις αυξάνονται πριν από απαιτητικές υποχρεώσεις, μετά από συγκρούσεις ή σε περιόδους υπερφόρτωσης, αυτή η παρατήρηση μπορεί να δώσει χρήσιμες πληροφορίες.
Δεν ισχύει, όμως, ότι κάθε σωματικό σύμπτωμα οφείλεται στο άγχος. Η βιαστική απόδοση όλων των ενοχλήσεων στο στρες μπορεί να σε αφήσει χωρίς την κατάλληλη φροντίδα. Χρειάζεται ισορροπία: ούτε καταστροφοποίηση, ούτε υποτίμηση.
Πότε χρειάζεται ιατρικός έλεγχος
Ένας κατάλληλος ιατρικός έλεγχος είναι χρήσιμος όταν ένα σύμπτωμα είναι νέο, έντονο, επίμονο, αλλάζει χαρακτήρα ή επηρεάζει σημαντικά τη λειτουργικότητά σου. Είναι επίσης η σωστή επιλογή όταν υπάρχουν συμπτώματα όπως ξαφνικός ή έντονος πόνος στο στήθος, λιποθυμικό επεισόδιο, σοβαρή δυσκολία στην αναπνοή ή νευρολογικές αλλαγές.
Αν έχουν αποκλειστεί οργανικοί παράγοντες και το άγχος εξακολουθεί να κυριαρχεί, η εστίαση μπορεί να μετακινηθεί από το «πώς θα εξαφανίσω αμέσως κάθε αίσθηση;» στο «πώς θα μειώσω τον κύκλο φόβου και αποφυγής;». Η ασφάλεια δεν απαιτεί απόλυτη βεβαιότητα για κάθε αίσθηση του σώματος. Απαιτεί αξιόπιστη αξιολόγηση και ένα ρεαλιστικό σχέδιο διαχείρισης.
Τι μπορείς να κάνεις όταν το σώμα βρίσκεται σε συναγερμό
Η πρώτη χρήσιμη κίνηση είναι να ονομάσεις την εμπειρία χωρίς να την ακυρώνεις: «Παρατηρώ ένταση στο στήθος και αυτή τη στιγμή έχω άγχος». Αυτή η φράση δεν είναι θετική σκέψη ούτε υπόσχεση ότι όλα θα φύγουν. Είναι ένας τρόπος να σταματήσεις την αυτόματη ταύτιση του συμπτώματος με έναν κίνδυνο.
Στη συνέχεια, επιβράδυνε ελαφρά την αναπνοή σου, χωρίς να προσπαθείς να πάρεις υπερβολικά βαθιές ανάσες. Μια ήρεμη εκπνοή λίγο μεγαλύτερη από την εισπνοή για ένα-δύο λεπτά μπορεί να βοηθήσει το σώμα να λάβει το μήνυμα ότι δεν χρειάζεται να κλιμακώσει την αντίδραση. Αν η εστίαση στην αναπνοή σε κάνει πιο ανήσυχο, προτίμησε να στρέψεις την προσοχή σου στο περιβάλλον: περιέγραψε νοερά πέντε πράγματα που βλέπεις ή νιώσε τα πέλματά σου στο πάτωμα.
Βοηθά επίσης να καταγράφεις για λίγες ημέρες το πλαίσιο των συμπτωμάτων: τι προηγήθηκε, ποια σκέψη εμφανίστηκε, πόσο έντονο ήταν το σύμπτωμα και τι έκανες μετά. Όχι για να ελέγχεις το σώμα σου σχολαστικά, αλλά για να αναγνωρίσεις μοτίβα. Μπορεί να διαπιστώσεις ότι η ένταση αυξάνεται όχι τυχαία, αλλά όταν λες συνεχώς «ναι», όταν αναβάλλεις μια δύσκολη συζήτηση ή όταν λειτουργείς για εβδομάδες χωρίς επαρκή ξεκούραση.
Η κίνηση, ο σταθερότερος ύπνος, τα τακτικά γεύματα και η μείωση της υπερβολικής καφεΐνης δεν αποτελούν μαγικές λύσεις. Δημιουργούν όμως ένα πιο σταθερό έδαφος, ώστε το νευρικό σύστημα να μην ξεκινά ήδη επιβαρυμένο. Αντίστοιχα, η πλήρης αποφυγή κάθε δραστηριότητας που συνδέθηκε με άγχος συνήθως περιορίζει τη ζωή σου. Η σταδιακή, ασφαλής επανέκθεση σε όσα αποφεύγεις είναι συχνά πιο αποτελεσματική από την αναμονή να νιώσεις πρώτα εντελώς έτοιμος.
Πώς βοηθούν η CBT, η ACT και η DBT
Η CBT δεν αντιμετωπίζει το σώμα σαν εχθρό. Στόχος της είναι να εντοπίσεις τις σκέψεις που ανάβουν τον συναγερμό, να τις αξιολογήσεις πιο ρεαλιστικά και να αλλάξεις συμπεριφορές που διατηρούν την ανησυχία. Αυτό μπορεί να περιλαμβάνει σταδιακή μείωση των ελέγχων, διαχείριση της αποφυγής και εξάσκηση σε νέους τρόπους αντιμετώπισης.
Η ACT προσθέτει μια ουσιαστική διάσταση: δεν χρειάζεται να κερδίσεις πόλεμο με κάθε δυσάρεστη αίσθηση για να συνεχίσεις τη ζωή σου. Μπορείς να μάθεις να αφήνεις χώρο στην ενόχληση, ενώ επιλέγεις μικρές πράξεις που συνδέονται με τις αξίες σου, όπως η επαφή με ανθρώπους, η φροντίδα της υγείας ή η επαγγελματική συνέπεια. Η ψυχολογική ευελιξία συνδέεται με καλύτερη προσαρμογή όταν το στρες δεν μπορεί να εξαλειφθεί άμεσα (Hayes et al., 2006).
Οι δεξιότητες της DBT είναι ιδιαίτερα χρήσιμες όταν η ένταση ανεβαίνει απότομα. Η παρατήρηση χωρίς κριτική, η ανοχή στη δυσφορία και η αποτελεσματική επικοινωνία μπορούν να μειώσουν την πιθανότητα να συσσωρεύεται πίεση μέχρι να εκφραστεί μόνο μέσω του σώματος. Η κατάλληλη προσέγγιση εξαρτάται από το μοτίβο σου, την καθημερινότητά σου και το πόσο σε περιορίζουν τα συμπτώματα.
Δεν χρειάζεται να αποδείξεις ότι «αντέχεις» αγνοώντας όσα νιώθεις. Το σώμα σου πιθανότατα προσπαθεί να σε ενημερώσει ότι ο ρυθμός, οι απαιτήσεις ή ο τρόπος που διαχειρίζεσαι την πίεση χρειάζονται προσοχή. Με υποστήριξη, παρατήρηση και μικρές σταθερές αλλαγές, μπορείς να μάθεις να ακούς αυτό το μήνυμα χωρίς να ζεις υπό τον έλεγχό του.
Αναφορές
Craske, M. G., Wolitzky-Taylor, K. B., Labus, J., Wu, S., Frese, M., & Lang, A. J. (2009). Anxiety disorders. In J. C. Trivedi & J. E. Daly (Eds.), The science of mental health. Oxford University Press.
Hayes, S. C., Luoma, J. B., Bond, F. W., Masuda, A., & Lillis, J. (2006). Acceptance and commitment therapy: Model, processes and outcomes. Behaviour Research and Therapy, 44(1), 1-25.
McEwen, B. S. (2007). Physiology and neurobiology of stress and adaptation: Central role of the brain. Physiological Reviews, 87(3), 873-904.





