top of page

Είναι άγχος ή κατάθλιψη; Πώς ξεχωρίζουν

Michael Batakis
5 Αυγ
διαβάστηκε 5 λεπτά

Έγινε ενημέρωση: 13 Αυγ

Όταν ξυπνάτε με έναν κόμπο στο στομάχι, όταν η σκέψη δεν σταματά ή όταν τίποτα δεν μοιάζει να έχει νόημα, η ερώτηση «είναι άγχος ή κατάθλιψη;» είναι απολύτως φυσική. Οι δύο εμπειρίες συχνά μοιάζουν στην επιφάνεια: φέρνουν κόπωση, δυσκολία συγκέντρωσης, αλλαγές στον ύπνο και απομάκρυνση από όσα συνήθως σας στηρίζουν. Ωστόσο, δεν είναι το ίδιο και η διάκριση έχει αξία, όχι για να βάλετε μόνοι σας μια ταμπέλα, αλλά για να καταλάβετε καλύτερα τι χρειάζεστε. Σε αυτό το άρθρο θα δείτε τα βασικά σημάδια, πού συναντιούνται άγχος και κατάθλιψη, πότε χρειάζεται προσοχή και πώς μια προσεκτική αξιολόγηση μπορεί να δώσει καθαρότερη κατεύθυνση.

Είναι άγχος ή κατάθλιψη; Η βασική διαφορά

Το άγχος συνδέεται συνήθως με μια αίσθηση απειλής ή αβεβαιότητας που έρχεται μπροστά σας. Ο νους προσπαθεί να προβλέψει τι μπορεί να πάει στραβά: μια προθεσμία στη δουλειά, μια οικονομική εκκρεμότητα, μια δύσκολη συζήτηση, ένα θέμα υγείας ή μια αλλαγή ζωής. Το σώμα συχνά ακολουθεί με ένταση, ανησυχία, ταχυπαλμία, σφίξιμο, ευερεθιστότητα ή αδυναμία να χαλαρώσει.

Η κατάθλιψη τείνει να επηρεάζει περισσότερο τη διάθεση, την ενέργεια και τη σχέση με όσα κάποτε είχαν ενδιαφέρον. Μπορεί να εμφανιστεί ως επίμονη θλίψη, κενό, βαρύτητα, απώλεια ευχαρίστησης ή έντονη αυτοκριτική. Δεν φαίνεται πάντα ως κλάμα. Για αρκετούς ανθρώπους μοιάζει περισσότερο με μούδιασμα, αποσύνδεση ή την αίσθηση ότι «λειτουργώ μηχανικά».

Μια απλή, όχι απόλυτη, εικόνα είναι η εξής: στο άγχος ο νους συχνά τρέχει προς το μέλλον, ενώ στην κατάθλιψη μπορεί να κολλά στο παρελθόν ή να μην μπορεί να φανταστεί ένα μέλλον με προοπτική. Στην πράξη, όμως, οι καταστάσεις αυτές συχνά συνυπάρχουν. Η παρατεταμένη εξάντληση από ανησυχία μπορεί να μειώσει σταδιακά την ενέργεια και την ελπίδα, ενώ η χαμηλή διάθεση μπορεί να αυξήσει την ανασφάλεια για το πώς θα τα βγάλετε πέρα.

Τα σημάδια που αξίζει να παρατηρήσετε

Δεν αρκεί ένα δύσκολο απόγευμα ή μια πιεστική εβδομάδα για να βγάλετε συμπέρασμα. Σημασία έχουν η διάρκεια, η ένταση, η συχνότητα και κυρίως το πόσο επηρεάζεται η καθημερινή σας λειτουργικότητα - η εργασία, οι σχέσεις, η φροντίδα του εαυτού σας και η δυνατότητα να ξεκουράζεστε.

Στο άγχος, συχνά κυριαρχεί η ανησυχία που είναι δύσκολο να ελεγχθεί. Ίσως ελέγχετε επανειλημμένα μηνύματα και υποχρεώσεις, ζητάτε διαβεβαίωση, αναβάλλετε επειδή φοβάστε το αποτέλεσμα ή γεμίζετε κάθε κενό με δραστηριότητα. Ακόμη και όταν όλα δείχνουν σχετικά καλά, το σώμα μπορεί να παραμένει σε επιφυλακή. Η γνωσιακή προσέγγιση περιγράφει πώς οι απειλητικές ερμηνείες και η αποφυγή μπορούν να κρατούν ενεργό αυτόν τον κύκλο (Barlow, 2002).

Στην κατάθλιψη, μπορεί να παρατηρήσετε ότι πράγματα που παλαιότερα σας έδιναν χαρά δεν σας αγγίζουν πια. Μια συνάντηση με φίλους, η άσκηση, η δουλειά ή ένα απλό γεύμα μοιάζουν να απαιτούν δυσανάλογη προσπάθεια. Συχνές είναι επίσης σκέψεις όπως «δεν κάνω αρκετά», «είμαι βάρος» ή «τίποτα δεν θα αλλάξει». Η αρνητική αξιολόγηση του εαυτού, του κόσμου και του μέλλοντος αποτελεί έναν γνωστό γνωσιακό μηχανισμό της κατάθλιψης (Beck, 1976).

Υπάρχουν, βέβαια, και κοινά σημάδια: διαταραγμένος ύπνος, δυσκολία συγκέντρωσης, κόπωση, αλλαγές στην όρεξη, ευερεθιστότητα και κοινωνική απόσυρση. Γι’ αυτό ένα σύντομο διαδικτυακό τεστ ή η σύγκριση με την εμπειρία κάποιου άλλου σπάνια αρκεί. Το ίδιο σύμπτωμα μπορεί να έχει διαφορετικό νόημα ανάλογα με το πλαίσιο και την προσωπική ιστορία.

Τέσσερις ερωτήσεις που δίνουν μια πρώτη κατεύθυνση

Για λίγες ημέρες, παρατηρήστε χωρίς αυστηρότητα τι συμβαίνει και ρωτήστε τον εαυτό σας:

  • Η βασική μου δυσκολία είναι ότι φοβάμαι συνεχώς τι θα συμβεί ή ότι δεν έχω πια δύναμη και ενδιαφέρον;

  • Υπάρχουν στιγμές μέσα στην ημέρα που η διάθεση ή η ένταση υποχωρούν, έστω λίγο;

  • Τι έχω αρχίσει να αποφεύγω και τι έχω σταματήσει να κάνω, παρότι κάποτε μου έκανε καλό;

  • Πόσο καιρό διαρκεί αυτή η κατάσταση και τι κόστος έχει στην εργασία, στις σχέσεις και στην καθημερινότητά μου;

Εργαλεία σύντομης διαλογής όπως το PHQ-4 χρησιμοποιούνται κλινικά ακριβώς για αυτόν τον σκοπό — να δώσουν μια πρώτη κατεύθυνση, όχι διάγνωση (Kroenke et al., 2009). Οι απαντήσεις δεν αποτελούν διάγνωση. Μπορούν, όμως, να μετατρέψουν ένα ασαφές «δεν είμαι καλά» σε μια πιο συγκεκριμένη περιγραφή που βοηθά ουσιαστικά στην πρώτη συζήτηση με έναν ειδικό.

Όταν άγχος και κατάθλιψη συνυπάρχουν

Δεν χρειάζεται να διαλέξετε μόνο μία λέξη για την εμπειρία σας. Μπορεί να ανησυχείτε διαρκώς για την απόδοσή σας και, ταυτόχρονα, να νιώθετε ότι δεν έχετε πια το κίνητρο να ανταποκριθείτε. Μπορεί να αποφεύγετε ανθρώπους επειδή σας αγχώνουν οι κοινωνικές επαφές, αλλά μετά να νιώθετε περισσότερο μόνοι. Αυτοί οι φαύλοι κύκλοι είναι συχνοί και αντιμετωπίζονται καλύτερα όταν εξετάζονται με ακρίβεια, αντί να αποδίδονται απλώς σε «χαρακτήρα» ή έλλειψη θέλησης.

Ιδιαίτερα για ανθρώπους με απαιτητικούς ρόλους, η δυσκολία συχνά καλύπτεται πίσω από υψηλή λειτουργικότητα. Μπορεί να συνεχίζετε να παραδίδετε δουλειά, να φροντίζετε άλλους και να δείχνετε αποτελεσματικοί, ενώ εσωτερικά εξαντλείστε. Η λειτουργικότητα δεν ακυρώνει τη δυσκολία. Αντίθετα, μερικές φορές η συνεχής προσπάθεια να μη φανεί τίποτα καθυστερεί τη φροντίδα που χρειάζεστε.

Πότε είναι χρήσιμη μια επαγγελματική αξιολόγηση

Αξίζει να ζητήσετε υποστήριξη όταν τα συμπτώματα επιμένουν για εβδομάδες, όταν περιορίζουν τη ζωή σας ή όταν οι δικές σας προσπάθειες δεν αρκούν πια. Μια αξιολόγηση δεν είναι εξέταση που «περνάτε» ή «κόβεστε». Είναι μια οργανωμένη διερεύνηση των συμπτωμάτων, των στρεσογόνων παραγόντων, των συνηθειών που διατηρούν τη δυσκολία και των προσωπικών σας πόρων.

Η γνωσιακή-συμπεριφορική προσέγγιση μπορεί να βοηθήσει να αναγνωρίσετε τη σύνδεση ανάμεσα σε σκέψεις, συναίσθημα, σωματικές αντιδράσεις και συμπεριφορές. Για το άγχος, αυτό μπορεί να σημαίνει σταδιακή μείωση της αποφυγής και πιο ρεαλιστική αντιμετώπιση των ανησυχητικών προβλέψεων. Για την κατάθλιψη, συχνά περιλαμβάνει επανασύνδεση με δραστηριότητες που έχουν νόημα, δουλειά με την αυτοκριτική και μικρά, εφαρμόσιμα βήματα, ακόμη κι όταν η διάθεση δεν έχει προηγηθεί. Η αποτελεσματικότητα της CBT για καταθλιπτικά και αγχώδη συμπτώματα έχει τεκμηριωθεί σε ερευνητικές ανασκοπήσεις (Hofmann et al., 2012).

Σε ορισμένες περιπτώσεις, μια πιο αναλυτική ψυχολογική αξιολόγηση μπορεί να φωτίσει μοτίβα προσωπικότητας, τρόπους διαχείρισης του στρες και πτυχές που δεν φαίνονται σε μια σύντομη συζήτηση. Το MMPI-2, όταν χορηγείται και ερμηνεύεται από κατάλληλα εκπαιδευμένο ειδικό, δεν δίνει μόνο του απαντήσεις. Μπορεί όμως να λειτουργήσει ως ένα ακόμη κομμάτι μιας συνολικής, προσεκτικής εικόνας.

Τι μπορείτε να κάνετε από σήμερα

Αν νιώθετε ότι όλα είναι πολλά, μην προσπαθήσετε να λύσετε ολόκληρη τη ζωή σας μέσα σε μία ημέρα. Επιλέξτε μία μικρή ενέργεια που μειώνει την απομόνωση ή την αποφυγή: ένα σύντομο περπάτημα, ένα γεύμα με στοιχειώδη φροντίδα, ένα μήνυμα σε έναν άνθρωπο εμπιστοσύνης ή μια συγκεκριμένη ώρα που θα κλείσετε τις επαγγελματικές ειδοποιήσεις.

Παράλληλα, κρατήστε για μία εβδομάδα μια απλή καταγραφή. Σημειώστε πότε ανεβαίνει η ένταση ή πέφτει η διάθεση, τι είχε προηγηθεί, ποιες σκέψεις εμφανίστηκαν και τι κάνατε στη συνέχεια. Δεν χρειάζεται να γράφετε πολλά. Ο στόχος είναι να εντοπίσετε μοτίβα, όχι να κρίνετε τον εαυτό σας.

Αν εμφανίζονται σκέψεις να βλάψετε τον εαυτό σας, αν νιώθετε ότι δεν μπορείτε να παραμείνετε ασφαλείς ή αν η δυσφορία είναι αφόρητη, αναζητήστε άμεση βοήθεια από τις υπηρεσίες επείγουσας ανάγκης ή από έναν άνθρωπο που μπορεί να μείνει μαζί σας. Δεν χρειάζεται να το διαχειριστείτε μόνοι.

Η ερώτηση «είναι άγχος ή κατάθλιψη;» δεν χρειάζεται να απαντηθεί βιαστικά. Μπορεί να γίνει η αρχή μιας πιο ειλικρινούς παρατήρησης: όχι για να μειώσετε τον εαυτό σας σε μια ετικέτα, αλλά για να του δώσετε την προσοχή και τη φροντίδα που αξίζει.

Βιβλιογραφία

Barlow, D. H. (2002). Anxiety and its disorders: The nature and treatment of anxiety and panic (2nd ed.). Guilford Press.

Beck, A. T. (1976). Cognitive therapy and the emotional disorders. International Universities Press.

Hofmann, S. G., Asnaani, A., Vonk, I. J. J., Sawyer, A. T., & Fang, A. (2012). The efficacy of cognitive behavioral therapy: A review of meta-analyses. Cognitive Therapy and Research, 36(5), 427-440.

Kroenke, K., Spitzer, R. L., Williams, J. B. W., & Löwe, B. (2009). An ultra-brief screening scale for anxiety and depression: The PHQ-4. Psychosomatics, 50(6), 613-621.

 
 
bottom of page