
Γιατί κολλάει το μυαλό μου στην πρώην;
- Michael Batakis
- 2 Ιουλ
- διαβάστηκε 5 λεπτά
Αν σκέφτεσαι συχνά «γιατί κολλάει το μυαλό μου στην πρώην. είμαι εμμονικός;», πιθανότατα δεν ψάχνεις μια θεωρητική απάντηση. Θέλεις να καταλάβεις αν αυτό που ζεις είναι μια φυσιολογική αντίδραση μετά από έναν χωρισμό ή αν έχει αρχίσει να σε ξεπερνά. Σε αυτό το άρθρο θα δούμε γιατί ο νους επιστρέφει ξανά και ξανά σε μια παλιά σχέση, πότε αυτή η προσκόλληση είναι αναμενόμενη και πότε μοιάζει περισσότερο με φαύλο κύκλο που συντηρεί πόνο, άγχος και μπλοκάρισμα. Θα βρεις επίσης πρακτικούς τρόπους να αξιολογήσεις τι σου συμβαίνει και πώς να αρχίσεις να ξεκολλάς, χωρίς να πιέζεις τον εαυτό σου να «την ξεχάσει» από τη μια μέρα στην άλλη.
Γιατί κολλάει το μυαλό μου στην πρώην;
Το πρώτο που αξίζει να ξεκαθαρίσουμε είναι ότι η επίμονη σκέψη μετά από έναν χωρισμό δεν σημαίνει αυτόματα εμμονή. Ο ανθρώπινος δεσμός δεν σβήνει με μια απόφαση. Όταν μια σχέση είχε συναισθηματική επένδυση, κοινές συνήθειες, προσδοκίες και αίσθηση ασφάλειας, ο χωρισμός βιώνεται συχνά σαν απώλεια. Ο εγκέφαλος προσπαθεί να επεξεργαστεί τι συνέβη, τι χάθηκε και αν υπάρχει τρόπος να αποκατασταθεί η σύνδεση. Αυτό μπορεί να οδηγεί σε επαναλαμβανόμενες σκέψεις, αναλύσεις και εσωτερικούς διαλόγους, κάτι που η έρευνα έχει συνδέσει με μηρυκασμό μετά από διαπροσωπικό στρες (Nolen-Hoeksema, Wisco, & Lyubomirsky, 2008).
Υπάρχει και κάτι ακόμη. Δεν κολλάμε πάντα μόνο στο πρόσωπο. Μπορεί να κολλάμε σε αυτό που συμβόλιζε η σχέση: αποδοχή, σταθερότητα, επιβεβαίωση, προσδοκία για κοινό μέλλον. Έτσι, ενώ νομίζεις ότι σου λείπει αποκλειστικά η πρώην σου, στην πράξη μπορεί να σου λείπει η αίσθηση ότι ήσουν σημαντικός για κάποιον ή ότι η ζωή σου είχε μια πιο ξεκάθαρη μορφή.
Είμαι εμμονικός ή απλώς πληγωμένος;
Η διαφορά δεν κρίνεται από το πόσο συχνά τη σκέφτεσαι μόνο, αλλά από το πώς λειτουργείς μέσα σε αυτό. Αν οι σκέψεις έρχονται, σε πονάνε, αλλά σταδιακά μειώνονται και εσύ συνεχίζεις να δουλεύεις, να κοιμάσαι, να βγαίνεις, να φροντίζεις τον εαυτό σου, τότε μιλάμε πιο συχνά για μια επώδυνη αλλά αναμενόμενη διαδικασία πένθους.
Αν όμως η σκέψη γίνεται κεντρικός άξονας της ημέρας σου, αν ελέγχεις συνεχώς τα social media, αν φτιάχνεις σενάρια επανασύνδεσης ή εκδίκησης, αν δεν μπορείς να συγκεντρωθείς και νιώθεις ότι η διάθεσή σου εξαρτάται από κάθε πιθανό σημάδι που αφορά εκείνη, τότε το μοτίβο γίνεται πιο άκαμπτο. Εκεί δεν είναι χρήσιμο να βάλεις στον εαυτό σου την ταμπέλα «είμαι εμμονικός», αλλά να δεις ότι έχεις παγιδευτεί σε έναν κύκλο προσκόλλησης και ανακύκλωσης σκέψεων.
Η θεωρία του δεσμού βοηθά να το κατανοήσουμε. Άτομα με πιο αγχώδη τρόπο σύνδεσης τείνουν να βιώνουν εντονότερα την απόρριψη και να δυσκολεύονται περισσότερο να ηρεμήσουν μετά από έναν χωρισμό, γιατί η απώλεια ενεργοποιεί φόβο εγκατάλειψης και ανάγκη επανασύνδεσης (Mikulincer & Shaver, 2007). Αυτό δεν σε ορίζει ως άνθρωπο. Δείχνει όμως γιατί για κάποιους ο χωρισμός «μένει» πιο πολύ στο σώμα και στο μυαλό.
Γιατί ο νους κολλάει περισσότερο όταν η σχέση έχει τελειώσει;
Παράδοξο, αλλά συχνό. Ο νους δεν κολλάει μόνο σε ό,τι ήταν καλό. Κολλάει πολύ και σε ό,τι έμεινε ανοιχτό. Αν ο χωρισμός ήταν απότομος, αν δεν πήρες απαντήσεις, αν υπήρχε ασάφεια ή αν ένα κομμάτι σου πιστεύει ότι «θα μπορούσε να είχε σωθεί», τότε ο εγκέφαλος συνεχίζει να ψάχνει λύση σε κάτι που δεν ελέγχει.
Αυτό τροφοδοτείται και από μια γνωστική παγίδα: θυμάσαι επιλεκτικά. Σε περιόδους μοναξιάς ή άγχους, ο νους έχει τάση να μεγεθύνει τις καλές στιγμές και να υποτιμά τους λόγους που οδήγησαν στον χωρισμό. Δεν είναι ψέμα αυτό που θυμάσαι, αλλά είναι μισή αλήθεια. Και η μισή αλήθεια είναι αρκετή για να σε κρατά δεμένο.
Σε κάποιες περιπτώσεις, η προσκόλληση ενισχύεται από τη χαμηλή αυτοεκτίμηση. Αν μετά τον χωρισμό αρχίζεις να σκέφτεσαι «δεν ήμουν αρκετός», «δεν θα βρω άλλη σχέση», «εκείνη προχώρησε, άρα εγώ απέτυχα», τότε η πρώην γίνεται καθρέφτης της αξίας σου. Εκεί το πρόβλημα δεν είναι μόνο ο χωρισμός. Είναι το νόημα που του δίνεις.
Πότε χρειάζεται να ανησυχήσω περισσότερο;
Δεν χρειάζεται πανικός, αλλά χρειάζεται ειλικρίνεια. Αν για εβδομάδες ή μήνες η καθημερινότητά σου περιστρέφεται γύρω από εκείνη, αν αποφεύγεις τη δουλειά, φίλους ή νέες γνωριμίες, αν νιώθεις έντονη ζήλια στη σκέψη ότι μπορεί να έχει προχωρήσει, ή αν πιάνεις τον εαυτό σου να ψάχνει αφορμές για επαφή ενώ ξέρεις ότι αυτό σε διαλύει, τότε καλό είναι να το πάρεις σοβαρά.
Το ίδιο ισχύει αν έχεις μπει σε έναν εξαντλητικό κύκλο ανάλυσης. Ξαναδιαβάζεις μηνύματα, αναρωτιέσαι τι εννοούσε, τι θα έπρεπε να είχες πει, τι θα γινόταν αν είχες φερθεί αλλιώς. Η υπερανάλυση δίνει την ψευδαίσθηση ελέγχου, αλλά συχνά αυξάνει τη συναισθηματική επιβάρυνση αντί να τη μειώνει. Η έρευνα δείχνει ότι ο επίμονος μηρυκασμός συνδέεται με πιο αργή ψυχολογική αποκατάσταση μετά από στρεσογόνα γεγονότα (Nolen-Hoeksema et al., 2008).
Τι μπορεί να σε βοηθήσει να ξεκολλήσεις πραγματικά
Το πρώτο βήμα είναι να σταματήσεις να μετράς την πρόοδό σου με βάση το αν την σκέφτηκες σήμερα. Ο στόχος δεν είναι να μη σου έρχεται ποτέ στο μυαλό. Ο στόχος είναι να μην κυβερνά τη μέρα σου όταν έρχεται. Αυτή η αλλαγή είναι πιο ρεαλιστική και πιο θεραπευτική.
Χρειάζεται επίσης να περιορίσεις ό,τι συντηρεί τον κύκλο. Αν ελέγχεις το προφίλ της, αν ρωτάς κοινούς γνωστούς ή αν κρατάς ανοιχτές συνομιλίες «για κάθε ενδεχόμενο», δίνεις στον εγκέφαλο μικρές δόσεις ελπίδας και έντασης. Αυτό δεν βοηθά να ηρεμήσει. Βοηθά να μένει σε επιφυλακή.
Έπειτα, προσπάθησε να ξεχωρίσεις τι ακριβώς σου λείπει. Σου λείπει η ίδια; Η οικειότητα; Η καθημερινή επαφή; Η αίσθηση ότι ανήκεις κάπου; Όταν ονομάζεις με ακρίβεια την απώλεια, μπορείς να δουλέψεις πάνω σε αυτήν πιο ουσιαστικά. Αλλιώς όλα συμπυκνώνονται σε ένα πρόσωπο και μοιάζουν άλυτα.
Βοηθά επίσης μια απλή άσκηση γραφής. Χώρισε μια σελίδα στα δύο. Στη μία πλευρά γράψε τι νοσταλγείς από τη σχέση. Στην άλλη, τι σε πλήγωνε, τι δεν λειτουργούσε και γιατί τελείωσε. Αυτή η άσκηση δεν είναι για να πείσεις τον εαυτό σου ότι «δεν άξιζε». Είναι για να βγει ο νους από την εξιδανίκευση και να επιστρέψει σε μια πιο ολόκληρη εικόνα. Παρόμοιες παρεμβάσεις αυτοαποστασιοποίησης έχουν βρεθεί χρήσιμες στη ρύθμιση έντονων συναισθημάτων μετά από απόρριψη (Kross & Ayduk, 2017).
Αν αναρωτιέσαι «γιατί κολλάει το μυαλό μου στην πρώην. είμαι εμμονικός;», δες και αυτό
Μερικές φορές το πιο δύσκολο δεν είναι ο χωρισμός αλλά αυτό που ξυπνά μέσα σου. Μπορεί να φέρνει στην επιφάνεια παλιότερα τραύματα απόρριψης, αίσθημα ανεπάρκειας ή φόβο ότι θα μείνεις μόνος. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η πρώην γίνεται η αφορμή, όχι η μοναδική αιτία. Αν δουλέψεις μόνο στο «πώς να τη ξεχάσω», υπάρχει κίνδυνος να επαναλάβεις το ίδιο μοτίβο στην επόμενη σχέση.
Εδώ η ψυχοθεραπεία μπορεί να βοηθήσει ουσιαστικά. Όχι επειδή έχεις κάτι «βαρύ», αλλά επειδή ένας ασφαλής χώρος βοηθά να καταλάβεις τι ενεργοποιήθηκε, ποιο μοτίβο δεσμού κουβαλάς και πώς να ρυθμίζεις τις σκέψεις και τα συναισθήματά σου χωρίς να παρασύρεσαι από αυτά. Για πολλούς ανθρώπους στην Αθήνα ή για Έλληνες που ζουν στο εξωτερικό και νιώθουν πιο απομονωμένοι μετά από έναν χωρισμό, αυτή η δουλειά γίνεται το σημείο καμπής.
Δεν χρειάζεται να ντρέπεσαι για αυτό που νιώθεις
Υπάρχει μια σκληρότητα στον τρόπο που μιλάμε για τους χωρισμούς. Σαν να πρέπει γρήγορα να «προχωρήσεις», να μη σε νοιάζει, να μη δείξεις ότι επηρεάστηκες. Στην πράξη όμως, όταν ένας δεσμός σπάει, επηρεάζεται η ταυτότητα, η ρουτίνα, η αυτοεικόνα και η αίσθηση ασφάλειας. Η έρευνα για τον κοινωνικό πόνο δείχνει ότι η απόρριψη δεν βιώνεται επιφανειακά - αγγίζει βαθιά συστήματα συναισθηματικής επεξεργασίας (Eisenberger, 2012).
Άρα όχι, το ότι σκέφτεσαι την πρώην σου δεν σε κάνει αυτόματα εμμονικό. Μπορεί να σημαίνει ότι πονάς, ότι δεν έχει κλείσει ακόμη ο κύκλος, ότι ψάχνεις νόημα ή ότι έχουν ενεργοποιηθεί βαθύτερες ευαισθησίες. Αυτό που έχει σημασία είναι αν μένεις μόνος μέσα σε αυτό ή αν αρχίζεις να το κατανοείς και να το φροντίζεις με πιο ώριμο τρόπο.
Η αποδέσμευση δεν έρχεται όταν πιέζεις τον εαυτό σου να ξεχάσει. Έρχεται όταν σταματάς να κυνηγάς απαντήσεις από εκείνη και αρχίζεις να ακούς πιο καθαρά τι λέει για σένα αυτός ο πόνος.
Αναφορές
Eisenberger, N. I. (2012). The pain of social disconnection: Examining the shared neural underpinnings of physical and social pain. Nature Reviews Neuroscience, 13(6), 421-434.
Kross, E., & Ayduk, O. (2017). Self-distancing: Theory, research, and current directions. Advances in Experimental Social Psychology, 55, 81-136.
Mikulincer, M., & Shaver, P. R. (2007). Attachment in adulthood: Structure, dynamics, and change. New York, NY: Guilford Press.
Nolen-Hoeksema, S., Wisco, B. E., & Lyubomirsky, S. (2008). Rethinking rumination. Perspectives on Psychological Science, 3(5), 400-424.






Σχόλια